Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Το Α2 παρουσιάζει τα ρεύματα...


 
Στράτος Δουκάκης
ΔΙΛΗΜΜΑ
Που να σταθώ για ν' αγναντέψω, τη ζωή μου;
αυτή την άγνωστη!
Πως να στερήσω το πέταγμα στη φαντασία μου;
αυτή την ατέλειωτη!
Με τι να χορτάσω, την απορία μου;
αυτή την αχόρταγη!
Κι όμως αρνηθήκαν να μας πουν
την Α λ ή θ ε ι α
για να τρομάζουμε!
Κάθε φορά στο αντίκρυσμά της
(μας συνεπήρε κι η άγνοια!)
Και τώρα σε τι να πιστέψουμε.
Στην Α λ ή θ ε ι α
ή στο «καθιερωμένο;» (1974)
 
 Βρήκαμε στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα:
ρεύμα [révma] Ο48 : 1.κίνηση μάζας υγρού ή αερίου προς ορισμένη κατεύθυνση: ~ αέρος· (πρβ. αέρας, άνεμος). Ψυχρό / θερμό ~. Ορμητικό / ισχυρό ~. Tον παρέσυρε το ~ του ποταμού. Θαλάσσια ρεύματα. || (ειδικότ.) μόλις αισθητό ρεύμα αέρα (π.χ. στο άνοιγμα κλειστού χώρου): Άνοι ξε το παράθυρο να κάνει λίγο ~. Mην κάθεσαι με την πλάτη στο ~· θα κρυώσεις. 2. (ηλεκτρικό) ~, η ροή ηλεκτρονίων σε αγωγό. Εναλλασσόμε νο / συνεχές (ηλεκτρικό) ~. || ηλεκτρική ενέργεια: Tον χτύπησε το ~, έπα θε ηλεκτροπληξία. Ο λογαριασμός του ρεύματος, το οφειλόμενο ποσό για κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. || η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε οίκημα: Tου ΄κοψαν το ~. || καθένα από τα διαφορετικά τιμολόγια με βάση τα αποία υπολογίζεται η κατανάλωση ρεύματος: Nυχτερινό / βιομηχανικό ~. 3. η ροή οχημάτων που κινούνται σε δρόμο. || (επέκτ.) το τμήμα του δρόμου όπου επιτρέπεται η κίνηση αυτοκινήτων προς την ίδια κατεύθυνση: Aντίθετο ~ (κυκλοφορίας). Ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και πέρασε στο αντίθετο ~. 4α. ομαδική τάση προς ορισμένη κατεύθυνση, επιδίωξη που εκδηλώνεται με εμφανείς και συγκεκριμένες προσπάθειες: Iδεολογικό / φιλοσοφικό / καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό / κοινωνικό / πολιτικό / επαναστατικό ~. ~ ιδεών. Tην τέχνη τη διαμορφώνουν, περισσότερο από τα ρεύματα και τις σχολές, τα κοινωνικά δεδομένα. β. πλήθος ανθρώπων που ακολουθεί ορισμένη κατεύθυνση ή η κατεύθυνση την οποία ακολουθεί πλήθος ανθρώπων: Tον παρέσυρε το ~ της εποχής, οι γενικές τάσεις, η μόδα. (έκφρ.) έχει ~, τον ακολουθούν πολλοί οπαδοί, προσελκύει πλήθος οπαδούς. γ. ομαδική κίνηση ή μετακίνηση ανθρώπων: ~ διαδηλωτών. ~ μεταναστών αναμένεται στην Ελλάδα μετά τις ραγδαίες εξελίξεις στη γειτονική χώρα.
[λόγ.: 1: αρχ. ῥεῦμα· 2-4: σημδ. γαλλ. courant] 

Επιλέγουμε αυτό που θα αποτελέσει τη δική μας αναζήτηση. Ψάχνουμε για ρεύματα στην ποίηση στα πλαίσια της ερευνητικής εργασίας.Είδαμε και πίνακες που αντανακλούν την ίδια τεχνοτροπία. Δουλέψαμε και στους υπολογιστές και στη Βιβλιοθήκη του σχολείου.Με απλά ελληνικά καταγράφουμε και σας παρουσιάζουμε.

Και μετά από τη λογοτεχνική ανάλυση δίνουμε μια ευκαιρία για ένα άκουσμα που έχει μέσα τη λέξη ρεύμα!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου